Home Page > 'Αρτα | «Ακαδημία Τρύφωνος»: Μια ταβέρνα ξαναδίνει ζωή στο άδειο χωριό Καλλονή των Τζουμέρκων

‘Αρτα | «Ακαδημία Τρύφωνος»: Μια ταβέρνα ξαναδίνει ζωή στο άδειο χωριό Καλλονή των Τζουμέρκων

Οι Ηπειρώτες γυρνάνε στον τόπο τους με διάθεση να τον ξαναζωντανέψουν

*Γράφει ο Γιώργος Ζαρζώνης
συνεργάτης της Athens Voice και του Travel Arta

Meet Your Makers: Στα Τζουμέρκα μια παρέα φίλων στήνει στην πλατεία του οικισμού Καλλονή μια ταβέρνα με φαγητά και μουσικές αποκλειστικά από τον τόπο τους

«Τι ώρα είναι;». «Δεν πα να ‘ναι…». Από το διπλανό τραπέζι ήρθε η φράση! Είμαι στα Τζουμέρκα. Αγαπώ αυτό, το πιο άγριο κομμάτι της πιο ποικιλόμορφης ελληνικής περιφέρειας, που γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια επειδή είναι πια προορισμός. Ακόμη για «ψαγμένους» που λένε και οι ντόπιοι. Έτσι εδώ, πέρα από τους πολλούς ξένους που συναντάς σε πλατείες να …μιμούνται τους Έλληνες της καρέκλας, να ψάχνουν σε δάση το alter ego τους, να χαζεύουν σε κρήνες το άφθονο νερό που με βουητό χάνεται στη γη (ακόμη δεν ξεχνάω κάποιον που προσπαθούσε να βρει από που κλείνει μία στο Βουλγαρέλι), πέρα λοιπόν και από τα όμορφα ξενοδοχεία που στήθηκαν σε καίρια σημεία, γεννήθηκαν νέες δράσεις και ιδιαίτερα μαγαζιά, σαν αυτό που με έφερε μέχρι τον οικισμό Καλλονής.

Υπάγεται στην Κυψέλη και οι ντόπιοι τον λένε «Κάτω μαχαλά». Σήμερα έχει είκοσι, άντε τριάντα μόνιμους και ηλικιωμένους κατοίκους. Εδώ λοιπόν ήρθαν τέσσερις φίλοι για να ζωντανέψουν ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί που είναι χτισμένο πάνω στον κεντρικό δρόμο και να το κάνουν σημείο φιλικών συναντήσεων. Με καλοδέχτηκε με ένα τσίπουρο και μια φέτα τυρί βουτηγμένη σε ντόπιο λάδι, αρωματισμένη με ρίγανη του βουνού. Μύριζε χωριό. Με μέτρια σκληρότητα το τυρί και μια αναζωογονητική γεύση θα έλεγα. Φταίει βέβαια, που αυτή η αίσθηση της γεύσης, πάντα παίρνει πληροφορίες από το περιβάλλον και επιμελώς τις στέλνει στο εγκέφαλο.

«Το τυρί είναι από ζώα του πατέρα μου, του κυρίου Κώστα. Η παραγωγή του γίνεται μα τον παραδοσιακό τρόπο, με τσαντίλα. Και σκέψου ότι τα ζώα βοσκούν σε αυτό εδώ το περιβάλλον. Θα έλεγα ότι είσαι τυχερός που το γεύεσαι μια και σαν το τυρί το Μαίσιο δεν υπάρχει αφού τα ζώα τρέφονται με όλα τα βότανα του βουνού και το γάλα τους είναι φάρμακο!».

Ο ξεναγός μου Τρύφωνας Παπαϊωάννου είναι η κεντρική ιδέα του μαγαζιού αλλά και της περιοχής γενικότερα. Εξαιρετικός ξυλουργός, αγρότης με πολλά μελίσσια και μύρτιλλα.

«Καταρχάς διαλέξαμε αυτό το μαγαζί επειδή ακριβώς κουβαλάει μια ιστορία παράλληλη με τη δική μας. Και το λέω γιατί εδώ ήταν κάποτε η αποθήκη του χωριού, που εγκαταλείφτηκε. Οι εδώ συνταξιούχοι λοιπόν, επειδή δεν είχαν σημείο συνάντησης αφού δεν υπήρχε τίποτα, με προσωπική εργασία το μετέτρεψαν σε καφενείο-παντοπωλείο. Έτσι, για να πίνουν τον καφέ και το τσίπουρό τους ρε αδερφέ! Κοινόβιο ένα πράγμα. Ε λοιπόν… κάπως έτσι συνεχίζει και με εμάς. Είπαμε κάπου να βάλουμε την πινέζα μας και το νοικιάσαμε τέσσερις άνθρωποι, αφού για χρόνια έμεινε κλειστό. Όλη μας η προσπάθεια στηρίζεται πάνω στη ζωή, στον κύκλο της, δεδομένου πως αυτός ο χώρος θα δέχεται όλα τα προϊόντα που παράγει η γη τριγύρω. Ο στόχος είναι να δουλεύει μόνο με ότι εδώ παράγεται. Η γη μας έχει ό,τι αγαθά χρειαζόμαστε για να ζήσουμε αξιοπρεπώς και ελεύθερα. Είπαμε λοιπόν να δώσουμε μια παρεΐστικη διάθεση στο χώρο και όχι ο καθένας στο καβούκι του. Το στήσαμε σαν συνέχεια του σπιτιού μας, είναι σαν μια μεγάλη κουζίνα για το φαγητό και τον καφέ μας. Για να καταλάβεις, ακόμα και τις καθημερινές του χειμώνα που είναι κλειστό, εμείς οι τέσσερις εδώ πίνουμε τον καφέ μας, εδώ μαγειρεύουμε και τρώμε αναμεταξύ μας. Με τον ίδιο τρόπο εδώ δεχόμαστε και τους φίλους μας και περαστικό κόσμο. Στόχος είναι η επιστροφή στα χωριά που ενώ έχουν να δώσουν, έχουν ερημώσει. Όχι φυσικά τα χρήματα. Δεν γίνεται εκ των πραγμάτων εδώ που το στήσαμε να συμβεί αυτό. Και ήδη, και το λέω με χαρά, άρχισε να γίνεται προορισμός ένας μισοέρημος οικισμός αφού ειδικά τα Σαββατοκύριακα διάφοροι φτάνουν εδώ για το καλό φαγητό, τη μουσική και την παρέα. Σε λίγο που θα μαζέψει κόσμο, θα διαπιστώσεις και εσύ, ότι όλα τα τραπέζια γίνονται μια παρέα. Για να κλείσω, δική μου ελπίδα είναι αυτό το χωριό κάποια στιγμή να χαρακτηριστεί μουσικό». 

Και το «μουσικό» έρχεται και δένει με το άλλο ζευγάρι που ήρθε από την Άρτα και εγκαταστάθηκε εδώ. Πρόκειται για δύο μουσικούς, τη Ρούλα Αντωνίου που παίζει ακορντεόν και τραγουδάει και τον Γιάννη Κουσιουνέλο, που στα ξαφνικά αφήνει το δίσκο σερβιρίσματος και τη συνοδεύει με το κλαρίνο.

«Με τον άντρα μου Γιάννη, που είναι οργανοποιός βασικά αλλά και μουσικός, γνωριστήκαμε στη σχολή και συγκεκριμένα στο τμήμα λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής της Άρτας. Παντρευτήκαμε κιόλας εκεί, αλλά το μοντέλο της αστικοποίησης σε κανέναν από τους δυο μας δεν άρεσε. Ψάχναμε τρόπο για κάτι διαφορετικό, πριν οριστικά ριζώσουμε και μείνει το «φεύγουμε» όνειρο απατηλής νυχτός. Τον Τρύφωνα και την Αλέκα τους γνωρίζουμε χρόνια κι έτσι η πρότασή τους να μαζευτούμε όλοι εδώ στα ορεινά και να ασχοληθούμε με τη γη έγινε για εμάς επένδυση ζωής. Σκέψου ότι το ζευγάρι μας παραχώρησε από τα κεκτημένα τους για να γίνουμε ομάδα. Για να στο πω και αλλιώς… έχουμε ξεκινήσει και ζούμε τελευταία».

«Χρησιμοποιείς τη λέξη “αστικοποίηση”, αν κατάλαβα καλά, για την Άρτα».

«Ναι! Πόσο νομίζεις διαφέρει η Άρτα από τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα. Οι ρυθμοί είναι παντού ίδιοι και μόνο οι αποστάσεις αλλάζουν. Όπως και να έχει ήρθαμε εδώ, όχι σαν μουσικοί αλλά σαν εργάτες της γης. Μουσική παίζουμε επειδή την αγαπάμε και χωρίς χρόνους. Έχει τύχει να τραγουδήσω για 15 λεπτά μόνο επειδή δεν έβγαινε η δουλειά, έχει τύχει και για 5 ώρες να είμαστε ριζωμένοι σε ένα τραπέζι να δίνουμε πόνο». 

Στην τελευταία λέξη ήρθε και κόλλησε το δυνατό της γέλιο.

«Εγώ πάλι, επειδή μεγάλωσα στα χωράφια, επίτρεψέ μου αλλού να τοποθετήσω τη λέξη πόνος». 

«Είναι αλήθεια! Όμως βρίσκουμε όλοι πολύ σπουδαίο το να παράγουμε τα προϊόντα που μας ζούνε και συγχρόνως τροφοδοτούν το μαγαζί μας. Κι αυτός εδώ ο τόπος είναι ευλογημένος. Πράσινο και νερά παντού. Σε λίγο καιρό ό,τι θα τρως εδώ, θα είναι δικό μας. Κάνει τον κύκλο του τώρα. Έχουν οριστεί εκτάσεις γης που θα καλύψουν τις ανάγκες μας. Φτιάξαμε θερμοκήπιο και πήραμε ζώα. Το τυρί, που φάνηκε πόσο σου άρεσε, το παράγει ο πατέρας του Τρύφωνα. Τα χόρτα είναι από τον κήπο μας και το κρέας κι αυτό παραγωγής μας. Όσο λοιπόν η τεχνολογία πάει μπροστά, και σίγουρα όχι εσύ, που ξέρω ότι είσαι μόνιμα σε κίνηση και αναζήτησή, αλλά πιθανά οι φίλοι σου θα κάνουν τις νύχτες παρέα με το ChatGPT και τον εκφυλισμό των μέσαντζερ, εμείς θα μαζευόμαστε εδώ, με χομπίστικη διάθεση, μουσική και φαγητό της γης για να αντιστεκόμαστε».

Το μαγαζί είναι στημένο μόνο του μπροστά στην πλατεία του χωριού με δέντρα και δροσιά το καλοκαίρι. Το εσωτερικό του δείχνει καθαρά ότι ήταν αποθήκη. Βέβαια στην πλευρά της κουζίνας στήθηκαν μεγάλες σούβλες για τα δύο αγαπημένα μου Κάπα. Κοντοσούβλι-κοκορέτσι! Η αρχισέφ Αλέκα Κούρτη κόβει, μαγειρεύει και σχεδιάζει πιάτα με πινελιές τοπικών γεύσεων.

«Κοίτα, εδώ δεν έχει γκουρμεδιές. Ούτε ξέρω καν τι σημαίνει η λέξη. Εδώ έχει φαγητό διπλά μαμαδίστικο. Μια από τη μαμά γη και μία από την εμένα, μαμά του λόχου με φωνάζουν. Υπάρχουν ψητά της ώρας πέρα από τις σούβλες, τα οποία προέρχονται από δικά μας ζώα που ταΐζονται με αγριόχορτα. Και αυτά τα ίδια χόρτα, ανάλογα με την εποχή βέβαια, θα τα βρεις εδώ σε σαλάτες, συνοδευτικά σε πιάτα και σίγουρα σε πίτες, που η Ήπειρος αγαπάει. Ας πούμε η σημερινή χορτόπιτα κουβαλάει άνοιξη και καλοκαίρι στο σώμα της, αφού έχει σπανάκι, πράσο, φρέσκο κρεμμυδάκι, σέσκουλα, λάπατα, και επίσης φρέσκο μαϊντανό. Λόγω βροχών ειδικά φέτος μέχρι τον Αύγουστο θα έχουμε άγρια χόρτα στο μαγαζί». 

Δοκίμασα την εκπληκτική παντζαροσαλάτα. Μικροί βολβοί που αβίαστα εδώ μεγαλώνουν. Ντόπιο γιαούρτι με φουλ λιπαρά, που πάντα επιλέγω και καρύδια από το δέντρο απέναντι. Ξεχωριστό πιάτο και η λεγόμενη μακαρονοσαλάτα, που εκτός από κοφτό και ζουμερό μακαρόνι είναι κυριολεκτικά φορτωμένη με αρακά, καλαμπόκι, πιπεριές και φρέσκο πάντα κρεμμυδάκι. Δίπλα στα μαγικά σαρμαδάκια πέσανε και χρωματιστά βρώσιμα λουλούδια, μπορεί για το κλικ, μπορεί από θέση της Αλέκας. Δεν ρώτησα! Ρώτησα όμως τι παίζει από κατσαρόλα. Αγαπώ, κυρίως στα χωριά, αυτό το σκεύος γιατί έχει την ιεροτελεστία του.

«Δεν έχουμε σκοπό να σερβίρουμε στον κόσμο κάτι που αγοράζουμε από το σούπερ. Ο κήπος δίνει το σινιάλο σ’ αυτό το σκεύος. Και ο κήπος ακόμη δεν ετοιμάστηκε. Σε λίγο καιρό όμως θα παίζει σε καθημερινή βάση κατσαρόλα. Κι όχι δέκα φαγητά. Ένα και διαφορετικό κάθε μέρα της εβδομάδας. Και πάντα θα υπάρχει ένα πιάτο που θα περιμένει ανάδοχο, ακόμη και χωρίς να παίζει στο μενού».

Το άκουσα! Αλλά το story των Ηπειρωτών δεν σταματάει εδώ. Η προσπάθειά τους μπήκε στο πρόγραμμα work away και έτσι ξένοι ταξιδευτές φιλοξενούνται εδώ και βοηθάνε τους οικοδεσπότες σε εργασίες της γης. Αυτό το διάστημα ένα ζευγάρι Βέλγων και ένας Γερμανός δουλεύουν πέντε ώρες την ημέρα με δυο ρεπό την εβδομάδα στα χωράφια. Τους παρακολούθησα για ώρα, χωρίς ιδία συμμετοχή ομολογώ, να δουλεύουν. Την προσοχή που είχαν οι κινήσεις τους, καθώς καθάριζαν τα χόρτα στη μεγάλη έκταση με τις πατάτες του μαγαζιού, που κουβαλάει για να το πούμε και τον ιδιαίτερο τίτλο:

«Πνευματικό Κέντρο Ακαδημία Τρύφωνος» (…Εσύ βλέπε Πλάτωνος).

Όλα όμορφα! Το μόνο δύσκολο ήταν το να αδειάσω την καρέκλα μου από αυτή την μικρή «κοινότητα» των ήρεμων ανθρώπων και χαμογελαστών φίλων που έχω μπλέξει. Και για να το κλείσω και λίγο κινηματογραφικά -του αξίζει-, δανείστηκα την ηρωική ατάκα του The Terminator: “I’ll be back…”.

«Ακαδημία Τρύφωνος», οικισμός Καλλονή Τζουμέρκων, 6973002525, ανοιχτή όλο το καλοκαίρι, γιορτές και Σ/Κ τον χειμώνα

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Ζαρζώνης