Η Παναγία Παντάνασσα Άρτας, με τα ερείπια του μοναστηριακού συγκροτήματος να υψώνονται στο βορειότερο άκρο του νομού, κοντά στη λίμνη Ζηρού, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μεσοβυζαντινά μνημεία της Ηπείρου. Τοποθετημένη περίπου 17 χιλιόμετρα από την πόλη της Άρτας και μόλις 5 χιλιόμετρα από τη Φιλιππιάδα, πάνω στην παλαιά εθνική οδό Ιωαννίνων – Πρεβέζης, συνδέει μοναδικά το φυσικό τοπίο της λίμνης με την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής.
Η ίδρυση της μονής ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα (1250-1260). Ο δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός, σε ένδειξη μεταμέλειας προς τη σύζυγό του Θεοδώρα – η οποία αργότερα ανακηρύχθηκε Αγία Θεοδώρα, πολιούχος της Άρτας – ίδρυσε δύο μονές, με την Παναγία Παντάνασσα να είναι μία από αυτές. Η επιλογή της θέσης, κοντά σε έναν φυσικό υδάτινο πόρο όπως η λίμνη Ζηρού, είχε τόσο πρακτική όσο και συμβολική σημασία.
Στα τέλη του 13ου αιώνα, με μέριμνα του Νικηφόρου Α΄, γιου του Μιχαήλ, προστέθηκε περίστωο (στοά) γύρω από το ναό, γεγονός που δείχνει ότι το μοναστήρι αναπτυσσόταν ως κέντρο θρησκευτικής ζωής. Το καθολικό θεωρούνταν από τα μεγαλύτερα του Δεσποτάτου, κάτι που αποδεικνύει τη σημασία του για την Ήπειρο της εποχής.
Με την πάροδο των αιώνων, η μονή υπέστη φθορές από φυσικά αίτια. Ήδη από τον 15ο αιώνα, τμήματά της είχαν καταστραφεί, ενώ γύρω στο 1692, σύμφωνα με τον μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλο, επήλθε οριστική εγκατάλειψη. Στις περιγραφές του 1820, ο Άγγλος περιηγητής Thomas Hughes αναφέρει ότι τα ερείπια διατηρούσαν ακόμα εντυπωσιακούς τοίχους, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1836, ο ηγούμενος Παρθένιος από τη Μονή Προδρόμου επισκεύασε το παρεκκλήσιο του Αγίου Βασιλείου, προσφέροντας μια «ανάσα ζωής» στο μνημείο.
Μετά το 1970, όταν η περιοχή καθαρίστηκε από πυκνή βλάστηση και επιχώσεις, ξεκίνησαν ανασκαφές υπό τον καθηγητή Π. Βοκοτόπουλο. Τα ευρήματα αποκάλυψαν πολύτιμες λεπτομέρειες για τη μορφή του ναού και την αρχιτεκτονική του αξία, με τμήματα κιονοστοιχιών, βάσεις στήριξης τρούλων και στοιχεία κεραμοπλαστικής διακόσμησης.
Το καθολικό της Παναγίας Παντάνασσας Άρτας είχε εντυπωσιακές διαστάσεις, περίπου 27,30 × 15 μέτρα. Ανήκε σε μια σπάνια παραλλαγή του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με έντονες επιρροές από την αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης. Στην οροφή του υπήρχαν πέντε τρούλοι: ένας μεγάλος κεντρικός και τέσσερις μικρότεροι στις γωνίες, σύστημα που πρόσδιδε επιβλητικότητα στο μνημείο.
Η τοιχοποιία, με πλούσια χρήση πλίνθων και κεραμοπλαστικών διακοσμήσεων, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής του Δεσποτάτου. Στη βόρεια πλευρά εντοπίστηκε πυλώνας με γλυπτό διάκοσμο δυτικής τεχνοτροπίας, που μαρτυρά πιθανές καλλιτεχνικές επαφές με τη Δύση. Το παρεκκλήσιο του Αγίου Βασιλείου, που σώζεται έως σήμερα, επιτρέπει στον επισκέπτη να αντιληφθεί την κλίμακα και τη σημασία του συγκροτήματος.
Αν και δεν σώζονται οι αρχικές αγιογραφίες, οι ανασκαφές έφεραν στο φως κινητά ευρήματα που αποδεικνύουν ότι ο ναός διέθετε πλούσια καλλιτεχνική διακόσμηση, ανάλογη με την αίγλη της εποχής.
Στις μέρες μας, η Παναγία Παντάνασσα έχει μετατραπεί σε αρχαιολογικό χώρο, ενταγμένο στις προστατευόμενες περιοχές της Ηπείρου. Ο επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει τον χώρο μέσω της παλαιάς εθνικής οδού Άρτας – Πρέβεζας, περίπου 4 χιλιόμετρα βόρεια της διασταύρωσης για Παντάνασσα. Παρότι το καθολικό δεν λειτουργεί πλέον, το μικρό παρεκκλήσιο εξακολουθεί να έχει θρησκευτική αξία για την τοπική κοινωνία.
